Τεύχος 0 – Ιούνιος 2012

Κατεβάστε τη σε μορφή pdf (μέγεθος Α0)

Εφημερίδα τοίχου τεύχος 0

Και σε μορφή εντύπου (μέγεθος Α3)

Ataxie_Locmotrice (εντυπο)

EDITORIAL

Mε αφορμή τα γεγονότα της Κυριακής 12/2/2012, την δημόσια διαπόμπευση και τον εξευτελισμό των συλληφθέντων, μέσω της δημοσίευσης φωτογραφιών τους, καθώς και το δημόσιο κάλεσμα της επίσημης ιστοσελίδας του υπουργείου προστασίας του πολίτη για ρουφιανιλίκι διαδηλωτών, καλούμαστε να επικεντρωθούμε απέναντι από ένα πλέγμα νέων συνθηκών δημιουργικής πολιτικής που περιλαμβάνει σε μεγάλο της μέρος τη καταστολή.
Θα παραμείνουμε στα γεγονότα της Κυριακής, όχι γιατί ήταν κάτι το τόσο καινούργιο από άποψη καταστολής αλλά γιατί η θεαματική διαχείριση των γεγονότων από το κράτος μέσω των media αποτυπώνεται χαρακτηριστικά. Η θεαματική σύνδεση-ταύτιση των διαδηλωτών συγκεκριμένα (οι οποίοι προφυλακίστηκαν και κακοποιήθηκαν εμφανώς χωρίς να έχει σχηματιστεί καν δικογραφία) με την κατασκευασμένη εικόνα του «τρομοκράτη» δηλώνει πως η καταστολή (υλική ή μη) έχει αναβαθμιστεί και είναι παρούσα, με τρόπο δυναμικό, πιο πολύ από ποτέ.

Η επικύρωση του mediaκου λόγου (λόγου των αφεντικών), ως λόγου αλήθειας, από την κρατική διαχείριση, καθιστά μια νέα ολοκληρωτικού τύπου πραγματικότητα, όπου η διαμόρφωση της κοινής γνώμης και του ορθού λόγου μέσω των ΜΜΕ επιβεβαιώνεται ακόμη και αν τα υποκείμενα στα οποία στοχεύει να εγκαθιδρυθεί δεν την ασπάζονται. Τα υποκείμενα αυτά (που έζησαν από κοντά τα γεγονότα) δεν δέχτηκαν την παρουσίαση της επόμενης μέρας ως πραγματική. Ωστόσο αυτό που έμεινε ως απόηχος από τα γεγονότα της Κυριακής, ήταν και πάλι ο λόγος των media.
Δηλαδή τα ΜΜΕ δεν διαμορφώνουν την κοινή γνώμη. Στην πραγματικότητα και αυτή η ίδια η ‘κοινή γνώμη’ είναι ένα ακόμη θεαματικό κατασκεύασμα. Αυτό που κάνουν τα κυρίαρχα media, είναι να διαμορφώνουν μια κοινή βάση, ένα κοινό πλαίσιο ιδεολογιών και κοινωνικών παραστάσεων, το οποίο είναι ικανό να δημιουργεί τα κάθε φορά επιθυμητά αντανακλαστικά στους δέκτες. Και είναι ικανά να το πράττουν αυτό, ακόμη και όταν οι δέκτες τα αμφισβητούν ως μέσα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το ζήτημα των μεταναστών στο κέντρο, όπου όλες οι τάσεις από αριστερά και δεξιά, με διαφορετική φυσικά ρητορεία, έσπευσαν (μέσω των media) να τους αναγνωρίσουν ως ‘πρόβλημα’. Η διαδικασία αυτή είχε σαν αποτέλεσμα, ακόμη και τα άτομα που αμφισβητούν την εγκυρότητα των media, κατέληξαν να συμφωνούν ότι το πρόβλημα είναι υπαρκτό, άρα χρήζει και αντιμετώπισης. Δεν χρειάζεται να συμφωνούν ακριβώς με τα περιεχόμενα του κυρίαρχου λόγου, μπορεί μάλιστα να καταδικάζουν τις ακραίες θέσεις που μπορεί να ακούγονται, αλλά το πρόβλημα είναι πρόβλημα και γι’ αυτούς και έτσι η όποια κρατική διαχείριση νομιμοποιείται.

Ο λόγος των media λοιπόν, μπορεί να διαμορφώνει ιδεολογίες και αυτό έχει μάθει να το κάνει με τον πιο έντεχνο τρόπο. Ο όχλος – δέκτες δεν διαμορφώνει επιχειρήματα, το μόνο που κάνει είναι να καταναλώνει την ιδεολογία που του σερβίρεται και να την ξερνάει δεξιά και αριστερά. Η ψευδαίσθηση της μαζικότητας που προσδίδει η έννοια ‘κοινή γνώμη’ είναι αρκετή ως επιχείρημα και είναι αυτή η ψευδαίσθηση που τελικά ανάγει το λόγο των media σε ιστορική αλήθεια ακόμη και τις στιγμές που ένα μεγάλο κομμάτι του όχλου μοιάζει να τα αμφισβητεί.

Έτσι έγινε και στις 12/2, παρόλο που ένα μεγάλο μέρος του όχλου που συνήθως παρατηρεί τα γεγονότα από μια τηλεόραση, δεν ασπάστηκε τη mediaκη «γραμμή» δεν την υπερέβη ποτέ (σε επίπεδο συναισθήματος, λόγου και δράσης), καθώς εκλείπουν οι σχέσεις και οι συλλογικές εμπειρίες για να αντιπαρατεθούν στον λόγο του κεφαλαίου. Τα υποκείμενα αυτά είναι διαιρεμένα και ο φόβος, τα συναισθήματα γενικότερα και οι εμπειρίες τους βιώνονται και εκφράζονται ατομικά με αποτέλεσμα να χάνονται και να μην αξιοποιούνται δυναμικά.

Περί media και διαμεσολάβησης γενικότερα
Τα media αποτελούν μια κατ’ εξοχήν πολιτική-κοινωνική σχέση, η οποία αναδιαμορφώνεται καθημερινά και έρχεται να υποκαταστήσει τις άμεσες επαφές των κοινωνικών σχέσεων. Η σχέση media έχει παγιωθεί-στεριώσει στο ωρολόγιο πρόγραμμα του καθενός μεσολαβώντας, κωδικοποιώντας, διαμορφώνοντας συνολικά τις κοινωνικές σχέσεις. Έχει επιβληθεί στον δημόσιο χώρο και χρόνο σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθιστά τον εαυτό της πια περήφανα ως εμπόρευμα, το οποίο όλοι είναι πρόθυμοι να καταναλώσουν καθώς αυτό δρα καταπραϋντικά ‘λύνοντας τα προβλήματα’ επικοινωνίας των σύγχρονων σχέσεων. Η mediaκη σχέση παρεμβάλλεται με τον τρόπο αυτό, συνεχώς ως τρίτος σε όλες τις σχέσεις που μπορούν να αναπτύξουν μεταξύ τους τα άτομα (σε επίπεδο διαλόγου, πολιτικής, ή ακόμη και ερωτισμού).
Επίσης κομβικό στοιχείο της παρέμβασης των μέσων (με τρόπο εμβόλιμο) και της συντήρησης αυτής της πραγματικότητας, αποτελεί η έννοια του έκτακτου, η οποία φροντίζει να ανανεώνεται συνεχώς προκειμένου η ανάγκη για «ενημέρωση» και συνεπώς χρήση των ΜΜΕ να γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική, αντλώντας διαρκώς πολιτική πρόσοδο για το σύστημα, μέσω της διαστρέβλωσης, της διόγκωσης και της προληπτικής λογοκρισίας. Η «ενημέρωση», παρέχοντας ταυτόχρονα τις αναγκαίες για την κοινωνική συνοχή ποσότητες φόβου ή ελπίδας, που δεν μεταφράζονται απευθείας σε κυβερνητικούς – κρατικούς χειρισμούς, παρέχει το σταθερό υπέδαφος για τη παραγωγή εξουσιών (με την έννοια της εξάρτησης).

Η σχέση media κοινωνικοποιείται…
Υποστηρίξαμε προηγουμένως ότι στο παράδειγμα την 12/2 τα κυρίαρχα media (τηλεόραση,ραδιόφωνο) από μια μεγάλη μερίδα κόσμου κατά κάποιο τρόπο ξεπεράστηκαν. Ξεπεράστηκαν όχι με την έννοια ότι οι τηλεοράσεις έμειναν σβηστές στις μοναχικές ώρες των 8, αλλά ότι ο λόγος τους δεν είναι και τόσο αναμφισβήτητος. Μεγάλο ρόλο σε αυτή την αλλαγή έπαιξε η τεράστια ανάπτυξη του διαδικτύου όπου ο καθένας πια έχει τη δυνατότητα όχι μόνο να ψάξει διαφορετικές πηγές πληροφοριών, αλλά και να γίνει πια «δημοσιογράφος» από το σπίτι. Η ατομική πραγμάτωση – φαντασίωση στα καλύτερα της.
Όμως όπως αναφέραμε  προηγουμένως τα ΜΜΕ κατάφεραν να γίνουν καθημερινή ανάγκη πατώντας πάνω στην ανάγκη για μια διαμεσολαβημένη διαχείριση εκτάκτων αναγκών και γεγονότων. Και όταν αυτά δεν υπάρχουν θα πρέπει να δημιουργηθούν. Τα ΜΜΕ κατάφεραν με λίγα λόγια να διαμορφώσουν κάθε κοινωνική σχέση γύρω από αυτό το κανόνα.

Άρα κάθε νέα «»απελευθερωτική»» κίνηση στη αποτύπωση και διακίνηση της πληροφορίας δεν είναι αποκομμένη από αυτό το κανόνα. Ουσιαστικά η σχέση media δεν ξεπεράστηκε αλλά αντίθετα επεκτάθηκε και κοινωνικοποιήθηκε. Για παράδειγμα φανταστείτε πόσες φορές κάνετε refresh στο facebook για να δείτε τα νέα των «φίλων» που μπορεί να έχετε να συναντήσετε πάνω από 2 μήνες. Η αντίστοιχα πώς θα καταφέρετε να κάνετε τη μεγαλύτερη εντύπωση στο twitter ή πώς θα πείτε τη μεγαλύτερη και πιο ψαγμένη μαγκιά σε ένα φόρουμ συζητήσεων.

Παρατηρούμε λοιπόν ότι όλες οι κοινωνικές σχέσεις, μέσα από μια διαρκή αναδιανομή καταστάσεων έκτακτης ανάγκης, μετατρέπονται σε διαμεσολαβημένες νεωτερικού τύπου εκφάνσεις του mediaκου εμπορεύματος.
Αφήνοντας αυτήν τη κάτοψη της διαμεσολάβησης στην άκρη, θα επικεντρωθούμε στα ζητήματα που μας απασχολούν και κύριως μας απασχόλησαν (περίπου το προηγούμενο καλοκαίρι), όταν μέσα από τα επονομάζώμενες σελίδες κοινωνικές δίκτυωσης ξεπήδησαν κινήματα αρκετά μαζικά, ίσως και αρκετά ελπιδοφόρα για κάποιους, αλλά αρκετά «απ’ όλα» και «ό,τι να ‘ναι» και άλλα τελείως αντιδραστικά (όπως το διαχρονικό βέβαια αλλά πιο οργανωμένο και σφοδρότερο «»κίνημα»» των αντικαταληψιών).

Αρχικά θα αναφερθούμε στο πως η ανάπτυξη της τεχνολογίας (εκτός απ’ τις αλλαγές που επιφέρει στον καταμερισμό της εργασίας ευρύτερα) έχει συνεισφέρει με τέτοιο τρόπο, ώστε ένα μεγάλο κομμάτι κόσμου να «προσπερνάει» ΜΜΕ και μέσω ηλεκτρονικών μέσων (διαδίκτυο), να γεννάει νέους δρόμους μετάδοσης πληροφορίας βασισμένης πάντα όμως στο άτομο. Οι ατομικές αυτές γνώμες, όλως τυχαίως όμως έχουν κάποιες κοινές φόρμες, ή συγκλίνουν σε μερικά σημεία, βάζοντάς μας σε σκέψεις για το αν και κατά πόσο είναι ατομικές. Γιατί τελικά τι διαφορά έχει να μας μιλάει η Τρέμη για το μεταναστευτικό από το να μας το μεταφέρει και η κουτσή Μαρία με «διαφορετική» επιχειρηματολογία, λαϊκισμό και «προσωπική» «‘αποψη». Εκτός και αν κάθε άνθρωπος γεννιέται με προσωπικές απόψεις και μένουν παγιωμένες στις διαφορετικές ιδεολογικές βαθμίδες που πρέπει να γαλουχηθεί.

Δεύτερο σημείο στο οποίο θέλουμε να σταθούμε είναι οι ευκολίες που προσφέρουν αυτά τα ανεξάρτητα_media_στο όνομα αυτού του φαινομενικού πλουραλισμού. Η ανωνυμία, το ψευδόνυμο είναι τις περισσότερες φορές αρκετά ώστε ο καθένας ‘να πάρει το θάρος’ και να πει την γνώμη του. Ο κάθενας έχει επιτέλους δικαίωμα στην πληροφορία. Όλα για το άτομο δηλαδή, (απογυμνωμένος από οποιαδήποτε άλλα χαρακτηριστικά φυσικά). Ο καθένας λοιπόν μπορεί να διατυπώνει την γνώμη του, εκτιμήσεις, κουτσομπολιά κριτικές, ή και ατόφιες μαλακίες ανώνυμα, χωρίς να έχει καμία ευθύνη. Η απελευθέρωση της πληροφορίας λοιπόν έγινε και αυτη για το άτομο, την αιώνια σταθερά της αστικής ιδεολογίας.

Δεν θα μπούμε στη διαδικασία να κρίνουμε τι επίδραση μπορεί να έχει αυτή η ανωνυμία στην ψυχολογία των ατόμων. Η κριτική μας περιορίζεται σε κινηματικό επίπεδο και σε αυτό το επίπεδο αυτή η έλλειψη ευθύνης έχει τεράστια σημασία. Ποιος διατυπώνει μια κριτική που διαβάζουμε σε τέτοια μέσα; ποιος άλλος την διαβάζει μαζί μας; Παρατηρούμε ότι τα μέσα αυτά, άσχετα με τις προθέσεις των ατόμων που τα στηρίζουν, στο όνομα του πλουραλισμού, δημιουργούν τελικά τις συνθήκες εκείνες που καλλιεργούν τον διανοουμενισμό, το κουτσομπολιό και την διαμεσολάβηση των κινημάτων.

Η δική μας απάντηση
Κόντρα σε όλα αυτά, εμείς που υπογράφουμε αυτό το κείμενο, προχωράμε στη δημιουργία μιας εφημερίδας τοίχου. Το εγχείρημα μας αυτό έρχεται μετά από μια διαδικασία συζητήσεων στο εσωτερικό του αυτόνομου σχήματος με σκοπό όχι απλά να μεταφέρει γεγονότα και ειδήσεις που ψαρέψαμε, εντυπωσιακές φωτογραφίες και ψαρωτικά κείμενα αλλά να θέσει βάσεις, να αναθρέψει αρνήσεις και να ορθώσει αντιστάσεις στη μονόχνοτη κυριαρχία του οργανωμένου ψέματος.
Αποτέλεσε βέβαια για εμάς ακόμα μια ευκαιρία να ξαναρίξουμε στο τραπέζι ζητήματα σκέψης και μεθοδικής οργάνωσης των δομών, σχέσεων και δράσεων μας.
Στεκόμαστε ενάντια στις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, και ξεκινούμε τη μεθοδική δουλειά για την συγκρότηση των δομών και σχέσεων που θα διαμορφώσουν τις καταστάσεις έκτακτης ανάγκης για τα αφεντικά.

 

Στήνουμε οδοφράγματα απέναντι στο κυρίαρχο λόγο

Προχωράμε με το πρόταγμα της άρνησης των αρνήσεων δηλαδή το [ξεθάψιμο] των εργατικών καταφάσεων. Γι αυτό και προτάσσουμε τη κυκλοφορία των αγώνων μέσω της συλλογικής και δημόσιας μελέτης, άποψης, κριτικής και δράσης από προλεταριακή σκοπιά. Αγώνων που όσο και αόρατοι είναι τόσο πιο σημαντικοί πάνω στην ίδια την ανασύνθεση της τάξης.
Συλλογικοποιούμε τις πληροφορίες, στεκόμαστε υπεύθυνα και επώνυμα πλάι στον λόγο μας και απέναντι στην ανωνυμία. Η υπογραφή μας φέρει και την ευθύνη του λόγου μας. Οποιοσδήποτε θέλει να μας απευθύνει το λόγο ξέρει που βρισκόμαστε, δεν ψάχνουμε θεατές και αναγνώστες.

Προτάσσουμε την δημιουργία τέτοιων μέσων σε κάθε εργασιακό χώρο, πανεπιστήμιο, γειτονιά με σκεπτικό την αποκέντρωση των αγώνων μας.

Προτάσσουμε τον δημόσιο υπεύθυνο και συλλογικό διάλογο μέσω στησίματος αυτόνομων δικτύων πληροφόρησης και κριτικής.

Ανασυνθέτουμε εκ νέου τις σχέσεις μας και τις δομές μας, δημιουργούμε την κοινότητα αγώνα μας.
Η εφημερίδα τοίχου είναι κομμάτι αυτής της συνολικότερης προσπάθειας, η οποία θα βοηθήσει να σταθούμε ξανά γερά στα πόδια μας. Θα βοηθήσει να ξεπεράσουμε, ακόμη και μέσω της διάδοσης της πληροφορίας φιλτραρισμένη από την σκοπιά των εργατικών μας συμφερόντων, τον κυρίαρχο λόγο αλήθειας και τις συνέπειες αυτού (φόβος, τρομοκρατία, καταστολή, επιβολή) όπως κι αν εκφράζονται.

Η εφημερίδα επιμελείται και εκδίδεται τακτικά και αποκλειστικά από την ανοιχτή συνέλευση του αυτόνομου σχήματος φυσικομαθηματικού. Αυτό δεν γίνεται γιατί πιστεύουμε ότι κατέχουμε μια απόλυτη αλήθεια ή μια super ανάλυση που οι άσχετοι φοιτητάκιδες δεν θα μπορούν (αν θέλουν) να αποτυπώσουν αντίστοιχα, αλλά για το λόγο ενός πολιτικού πλαισίου που λέει ότι δε μεταφέρουμε απλώς πληροφορίες που διαβάσαμε ακούσαμε είδαμε και ως εκεί. Αλλά μεταφέρουμε τις γνώμες, τις δράσεις, τους φόβους, τις εκτιμήσεις, τις εμπειρίες μας γενικότερα μέσα στα πελάγη του ταξικού ανταγωνισμού με κατεύθυνση την κοινωνική απελευθέρωση. Και αυτό το κάνουμε εμείς που υπογράφουμε αυτό το εγχείρημα και όχι ένα σύνολο ατομικών γνωμών και ψευδαισθήσεων (ελπίζουμε).