Αμαρτωλή πανεπιστημιούπολη : Η πρυτανεία θέλει αστυνόμο

Τετρασέλιδο που μοιράστηκε στις σχολές σχετικά με το ζήτημα της ανομίας στην πανεπιστημιούπολη με αφορμή την δήλωση του Στεφανίδη, καθηγητή της φιλοσοφικής σχολής.

 

Ληστείες. Ναρκωτικά. Μαχαιρώματα. Βιασμοί. Χάος και λεηλασίες. Όσο κι αν όλα αυτά φαίνονται σκηνές από κινηματογραφική δυστοπία, είναι η πραγματικότητα των ελληνικών πανεπιστημίων, έτσι όπως επιλέγουν διαχρονικά να την παρουσιάσουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Αυτή τη φορά το επίκεντρο του ενδιαφέροντος είναι η πανεπιστημιούπολη του ΕΚΠΑ, με αφορμή την περιβόητη επιστολή του Στεφανίδη, καθηγητή της φιλοσοφικής σχολής.

Αυτή η ανησυχία των μέσων ενημέρωσης και διαφόρων καθηγητάδων για το πανεπιστήμιο και την ασφάλεια των φοιτητών δεν φαίνεται να είναι καθόλου τυχαία στην παρούσα συγκυρία. Εντάσσεται σε μια συνολικότερη προσπάθεια του κράτους για τη διαμόρφωση ενός σύγχρονου πανεπιστημιίου που να εξυπηρετεί ακόμα καλύτερα τις ανάγκες των αφεντικών.

Το πανεπιστήμιο έτσι κι αλλιώς είναι ένας ακόμα χώρος αναπαραγωγής της ταξικής κοινωνίας. Προετοιμάζει τους μελλοντικούς εργαζόμενους ή/και τα μελλοντικά αφεντικά για το ρόλο που η καθεμιά θα επιτελέσει στη διαιώνιση του συμπλέγματος κράτος-κεφαλαίου. Ταυτόχρονα συμβάλλει στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τον καριερισμό, τη ρουφιανιά, τη βαθμοθηρία και τη διατήρηση της βολικής κανονικότητας. Και βέβαια, είναι και το ίδιο ένας εργασιακός χώρος, μια καπιταλιστική επιχείρηση ανοικτή σε κάθε λογής επιχειρηματικά συμφέροντα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις εργασιακές σχέσεις στο εσωτερικό του. Η τσάμπα έρευνα μεταπτυχιακών και διδακτορικών για τις ανάγκες εταιριών, οι εκατοντάδες απολύσεις μελών ΔΕΠ, οι εργαζόμενοι στην γαλέρα του καθαρισμού για μισθούς πείνας καθώς και η εντεινόμενη μετακύλιση του κόστους φοίτησης στις πλάτες των φοιτητών είναι ελάχιστα από τα παραδείγματα που στοιχειώνουν την βιτρίνα του ναού της γνώσης. Έτσι διοικητικοί και εργολαβικοί υπάλληλοι, όπως και εργαζόμενες φοιτήτριες βιώνουν καθημερινά, όπως και σε κάθε άλλο εργασιακό κάτεργο, το βούρκο της μισθωτής (ή και μη) εργασίας.

Απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει μια τέτοια δομή να διατηρήσει τα πιο πάνω χαρακτηριστικά είναι η συντήρηση ενός αποστειρωμένου περιβάλλοντος, το οποίο θα αποτελεί πρόσφορο έδαφος για όλων των ειδών τις μπίζνες που πραγματοποιούνται μεταξύ πανεπιστημίου και αφεντικών και γεμίζουν τις αντίστοιχες τσέπες. Αυτό συνεπάγεται την εξαφάνιση οποιασδήποτε αντίδρασης μπορεί να σταθεί εμπόδιο σε αυτήν την κερδοφορία, πράγμα που καθιστά αναγκαία την επιβολή του γνωστού δόγματος τάξις και ασφάλεια.

Δεν μας προκαλεί έκπληξη, λοιπόν, το γεγονός ότι οι κραυγές αγωνίας για το πανεπιστήμιο πολύ γρήγορα εντόπισαν τον υπαίτιο όλης αυτής της κατάστασης. Αυτός, φυσικά, δεν είναι άλλος από τους αυτοοργανωμένους χώρους και τις συλλογικότητες που δρουν μέσα στο πανεπιστήμιο. Είτε ταυτίζοντας τις δομές αυτές, άμεσα ή έμμεσα, με «εστίες ανομίας», είτε δημιουργώντας την εντύπωση ότι η έμπρακτη υπεράσπιση του ασύλου αποτελεί τροχοπέδη στην «έγκαιρη παρέμβαση των αρχών» και γενικότερα στην «πάταξη της εγκληματικότητας», στοχοποιούν αυτούς που τους ενδιαφέρουν. Κατασκευάζουν έτσι τους κατάλληλους ενόχους και μαζί με αυτό και μια πολύ καλή πρόφαση για να τους καταστείλουν.

Στους χώρους του ΕΚΠΑ, όπου μεγάλη συγκέντρωση κόσμου και ακριβού εξοπλισμού κατανέμεται σε έκταση άνω των χιλίων στρεμμάτων, είναι δυστυχώς, στατιστικά αναπόφευκτη η εμφάνιση περιστατικών κοινωνικού κανιβαλισμού, όπως και σε οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Αθήνας. Όμως στην συγκεκριμένη περίπτωση, το κράτος και οι μηχανισμοί προπαγάνδας, μέσα από τη δημιουργική κοπτοραπτική γεγονότων σε βάθος δεκαετίας και την εσκεμμένη προβολή τους σε ένα κοινό χωροχρονικό πλαίσιο, δημιουργούν μια αφήγηση αναντίστοιχη της πραγματικότητας. Επιπλέον, παράλληλα με την εκμετάλλευση, προβαίνουν και στην κατασκευή καταστάσεων που διεγείρουν ένα γενικό αίσθημα αγανάκτησης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, οι ναρκοπιάτσες που οι μπάτσοι σπρώχνουν (πέρα από την ηρωίνη) προς τη νομική σχολή και την ΑΣΟΕΕ.

Έτσι, είναι εμφανές πως ο ξαφνικός ντόρος που γίνεται στα μέσα δεν έχει να κάνει με κάποιο καλοπροαίρετο ενδιαφέρον από τη μεριά του κράτους, ούτε είναι μόνο θέαμα για λόγους τηλεθέασης, αλλά αναδεικνύει την ύπαρξη συγκεκριμένων σκοπιμοτήτων. Με την καλλιέργεια αυτού του κλίματος τρομοϋστερίας, επιδιώκουν να ανοίξουν το δρόμο για την κατάργηση του ασύλου και τη μονιμοποίηση αστυνομικής παρουσίας στους χώρους των πανεπιστημίων, όπως ήδη συμβαίνει στο ΑΠΘ. Με στόχο πάντα την επιβολή του ιδανικού περιβάλλοντος που θα ευνοεί τις μπίζνες των αφεντικών.

Σε αυτό το σημείο, μπορούμε να αναγωρίσουμε μια βασική ειρωνεία: το σύμπλεγμα κράτους-κεφαλαίου να κραυγάζει για την εγκληματικότητα την οποία κατά κύριο λόγο το ίδιο προκαλεί. Καθώς δημιουργεί τις συνθήκες εκείνες που ωθούν σε συμπεριφορές κοινωνικού κανιβαλισμού, εντείνοντας τις ανισότητες και πριμοδοτώντας τον ατομικισμό και τον ανταγωνισμό (με ή χωρίς κατσαβίδια/μαχαίρια), φαντάζει κάπως δύσκολο τα «όργανα της τάξης», ως μέσα επιβολής της συγκεκριμένης κυριαρχίας, να αποτελούν τη λύση του προβλήματος. Πιο πολύ μέρος του προβλήματος είναι, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς τη διαπλοκή της αστυνομίας με κυκλώματα προστασίας/εμπορίας ναρκωτικών, όπλων κλπ. Έτσι κι αλλιώς όμως, το κράτος δεν φαίνεται να δείχνει τον ίδιο ενθουσιασμό για παρόμοια φαινόμενα πολύ μαγαλύτερης κλίμακας στα «καλά» μαγαζιά του Γκαζιού ή του Κολωνακίου για παράδειγμα. Ούτε τα ΜΜΕ φαίνεται να απασχολήθηκαν με τέτοιο ζήλο για την «ανομία στα πανεπιστήμια» όταν μπαζώνονταν παράνομα 4 στρέμματα της πανεπιστημιούπολης από 350 φορτηγά. Μπαζώματα υπ’ ευθύνη του τότε επόπτη της πανεπιστημιούπολης Φώτη Χαλκίδη, που σήμερα εκθειάζεται ως μαφιοζοφάγος ήρωας από τον καθηγητή Στεφανίδη στην επίμαχη επιστολή του.

Δεν είναι, τελικά, δύσκολο να συμπεράνουμε ότι η μεροληπτική στάση του κράτους απέναντι στην ανομία ούτε είναι αποτέλεσμα διαφθοράς των αρμόδιων οργάνων, ούτε πρόκειται για μια σειρά από μεμονωμένα περιστατικά, αλλά είναι η διαυγής ανάδειξη ότι είναι γέννημα θρέμμα συμφερόντων που δεν μας εμπεριέχουν. Ακριβώς για αυτό, η ουσιαστική λύση των ζητημάτων κοινωνικού κανιβαλισμού πέφτει πάνω στις πλάτες μας, πέφτει πάνω στις πλάτες των ενεργών κοινοτήτων των ανθρώπων που δραστηριοποιούνται στην πανεπιστημιούπολη. Κανείς, φοιτητής, εργαζόμενος ή κάτοικος, δεν έχει να φοβηθεί τίποτα σε μια πανεπιστημιούπολή που σφύζει από ζωή. Σε μια πανεπιστημιούπολη, όπου εδώ γίνεται μια εκδήλωση, πιο κάτω μια συναυλία, μια κουβέντα, κάποιοι αθλούνται και άλλοι τόσοι σκόρπιοι απλά αράζουν και συζητάνε. Κανείς δεν έχει να φοβηθεί, όταν υπάρχει μια ζωντανή κοινότητα, που αντιλαμβάνεται ποια είναι η ρίζα του προβλήματος και μπορεί, ανάλογα, να αυτοπεριφρουρηθεί. Οι μόνοι που έχουν να φοβηθούν από όλα αυτά είναι το κράτος και οι κάθε λογής μαφιόζοι (με γραβάτα ή χωρίς) που θα δουν ότι οι «πιάτσες» τους είναι παραπάνω από ανεπιθύμητες. Είναι κρίσιμο ο καθένας μας και όλοι μαζί να είμαστε σε επαγρύπνηση για τις παγίδες που κρύβονται επιδέξια πίσω από τον μανδύα του φόβου, που ήδη προσπαθούν να επιβάλλουν. Γιατί αν αφήσουμε τα πράγματα να κυλίσουν κατά τις επιθυμίες τους, αργά ή γρήγορα, θα έρθουμε αντιμέτωποι με ένα πιο δύσκολο ερώτημα:

Και εμάς απ’ τους σωτήρες μας, ποιος θα μας σώσει;

 

ΕΝΕΡΓΕΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΑΓΩΝΑ ΕΝΑΤΙΑ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΝΙΒΑΛΙΣΜΟ

ΜΠΑΤΣΟΙ-ΜΑΦΙΟΖΟΙ-ΠΡΥΤΑΝΙΚΗ ΑΡΧΗ, ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ ΔΟΥΛΕΥΟΥΝΕ ΜΑΖΙ

Υστερόγραφο:

Στο υστερόγραφο του ο κ. Στεφανίδης επιλέγει να αναφερθεί σε έναν άνθρωπο που μας έχει απασχολήσει στο παρελθόν με τις δουλείες του μέσα στη Πανεπιστημιούπολη. Πρόκειται για τον φ. Χαλκίδη ο οποίος έχει καταγγελθεί από εργαζόμενους και φοιτητές του ΕΚΠΑ για το μπάζωμα σημαντικού μέρους του δάσους της Πανεπιστημιούπολης -και τη μετατροπή του σε χωματερή- και τη λειτουργία παράνομου κυλικείου στη ΤΥΠΑ.

Αλλά όπως λέμε ήδη, τέτοιες δουλειές δεν γίνονται χωρίς την εξασφάλιση του ιδανικού ασφαλούς περιβάλλοντος. Έτσι είχε καταφέρει προηγουμένως -μαζί με τον πρύτανη Πελεγρινη- την απομάκρυνση της κατάληψης Κοντέινερ, μιας ενεργούς κοινότητας αγώνα λίγα μόλις μέτρα μακριά και είχε εξασφαλίσει θέση ελεγκτή των σεκιουριταδων της πύλης. Παρά το πρόστιμο που πληρώνει το ΕΚΠΑ στη νομαρχια γι αυτη τη παράνομη χωματερή συνεχίζει να κινείται ανενόχλητος στους χώρους της ΣΘΕ και να σβήνει ύποπτα συνθήματα που μιλάνε για μαφίες στο πανεπιστήμιο.

Σύμφωνα με το site του ΕΚΠΑ, το ανθρώπινο δυναμικό του αποτελείται -πια- από 3000 άτομα (καθηγητές, διοικητικό προσωπικό κλπ*) και περίπου 50000 φοιτητές με ένα μεγάλο ποσοστό από αυτούς κινείται καθημερινά στη Πανεπιστημιούπολη. Σίγουρα ενας αριθμός από αυτούς έχει έρθει αντιμέτωπος με κάποια «παραβατική ομάδα» με αφορμές από «λάθος» μπλούζα ποδοσφαιρικής ομάδας έως απόπειρα ληστείας. Τι θα μπορούσε λοιπόν να είναι πέρα από ένα ωραιότατο ξέπλυμα των μαφιόζικων μηχανισμών του ΕΚΠΑ μέσω της ηρωποίησης του Χαλκιδη; ένα ξέπλυμα και από την αριστερά..

Τη μετάδοση ενός εικονικού κλίματος χάους και ανεξέλεγκτης βίας στο Πανεπιστήμιο την είχαμε συνηθίσει από δεξιούς και ακροδεξιούς καθηγητές -με τη σιωπηρή αποδοχή της αριστεράς- με σκοπό το χτύπημα των κομματιών εκείνων που γκρινιάζουν για τις γκρίζες μπίζνες που κάνει το ελληνικό Πανεπιστήμιο, τα κομπρεμι με τους εργολάβους και τις εργασιακές σχέσεις γαλέρας που επεκτείνονται στο εσωτερικό του.

Ο κ. Στεφανίδης μάλλον ανιχνεύοντας το πόσο εύκολη είναι η προβολή στα media (δημοσιογραφικά ή πιο… social) που διψούν για κανιβαλισμό κέρδισε τη βδομάδα δημοσιότητας που του αναλογεί επιλέγοντας

*Φυσικά σε αυτά τα νούμερα δεν συμπεριλαμβάνονται οι εργαζόμενοι που ανήκουν σε εργολάβους, καθαρίστριες, τεχνικοί, φύλακες. Είπαμε αυτοί είναι αόρατοι. Έτσι κι αλλιώς το ξύλο από μπράβους, οι απολύσεις, οι καρκίνοι από τις χλωρίνες δεν συμπεριλαμβάνονται στο σήριαλ βία στα πανεπιστήμια, και ούτε τα 219 ευρώ που πληρώνεται κάθε μήνα μια καθαρίστρια συμπεριλαμβάνονται στις ληστείες…

 

αμαρτωλή πανεπιστημιούπολη